Αγορά /a.ɣoˈra/ Noun

English
market
العربية
سوق

Example

  • Η λαϊκή [αγορά] (αγορά / παζάρι / λιοτρίβι) ανοίγει κάθε Κυριακή.
  • The local farmers' market is open every Sunday.
  • Το «λαϊκή αγορά» είναι το πιο συνηθισμένο για φρέσκα προϊόντα.