Αναλογία /ana.loˈʝi.a/ NounEnglishproportionالعربيةتناسبExampleΈνα μεγάλο μέρος [αναλογία / μέτρο / σχέση] του πληθυσμού ζει στις πόλεις.A large proportion of the population lives in cities.Εδώ τονίζεται η κατανομή του συνόλου.