Αναλυτής /ana.liˈstis/ Noun
- English
- analyst
- العربية
- مُحلل
Example
- Ο οικονομικός **αναλυτής** εξέτασε την ετήσια έκθεση της εταιρείας.
- The financial analyst reviewed the company's annual report.
- Εδώ τονίζουμε την ακρίβεια και την αριθμητική ικανότητα.