Ανοησίες /anoiˈsies/ Noun

English
nonsense
العربية
هراء

Example

  • Οι αναφορές ότι παραιτήθηκε είναι **ανοησίες** (λέει σαχλαμάρες / βλακείες / παραλογισμούς) — Μην το πιστεύεις, είναι απλή φημολογία.
  • Reports that he has resigned are nonsense.
  • Το «ανοησίες» (πληθυντικός) είναι πιο συχνό όταν αναφερόμαστε σε συγκεκριμένες δηλώσεις.