ΕΚΠΡΟΣΩΠΩ /ekprosopó/ Verb
- English
- represent
- العربية
- يمثّل
Example
- Ο συνδικαλιστής θα **αντιπροσωπεύσει** (εκπροσωπήσει / παριστάνει) τους εργαζόμενους.
- The union leader will represent the workers.
- Το 'αντιπροσωπεύω' είναι το πιο ουδέτερο και συχνό για νομικά/πολιτικά πλαίσια.