ατελείωτος /ateliˈoto/ Adjective
- English
- endless
- العربية
- لا نهائي
Example
- Έδειξε ατελείωτη υπομονή (ανυποχώρητη / αστείρευτη / ατέρμονη) με τους μαθητές.
- She showed endless patience with the students.
- Το 'ατελείωτη' εδώ τονίζει την εξάντληση της υπομονής.