χειρότερα /çiˈrotera/ Adjective
- English
- worse
- العربية
- أسوأ
Example
- Η εξυπηρέτηση στο νέο καφέ ήταν χειρότερη από τον παλιό. (χειρότερος / πιο κακός / άσχημος) — Η εξυπηρέτηση στο νέο καφέ ήταν χειρότερη από τον παλιό.
- The service at the new cafe was worse than the old one.
- Το 'χειρότερος' κλίνεται κανονικά (χειρότερη, χειρότερο).