Χωρικός /xorikos/ Noun
- English
- villager
- العربية
- قروي
Example
- Οι περισσότεροι **χωρικοί** (κάτοικος του χωριού / κάτοικος του χωριού / χωριανός) ζουν εδώ από πάντα.
- Some of the villagers have lived here all their lives.
- Το 'χωρικός' είναι το πιο ουδέτερο και συχνό.