Δαχτυλίδι / Χτυπάω /ðaxtiˈliŋi/ Noun
- English
- ring
- العربية
- خاتم
Example
- Η Μαρία καμάρωνε το καινούργιο της διαμαντένιο [INLINE SYNONYMY: φανερώνει (κοσμήματα/στέφανος/κρίκος) — of: She showed off her new diamond ring.]
- She showed off her new diamond ring.
- Το 'καμαρώνω' δίνει έμφαση στην επίδειξη.