Διανομή /ðia.noˈmi/ Noun
- English
- distribution
- العربية
- توزيع
Example
- Μελέτησαν τη γεωγραφική [διανομή] (εξάπλωση / ροή / μοίρασμα) της νόσου.
- They studied the geographical distribution of the disease.
- Εδώ το 'διανομή' είναι το πιο φυσικό για γεωγραφική κάλυψη.