διώκω /prɔsɛkjuːt/ Ρήμα
- English
- prosecute
- العربية
- مقاضاة
Example
- Η αστυνομία αποφάσισε να μην [διώξει] (μηνύσω / παραπέμψω / ασκήσω δίωξη) τον ύποπτο.
- The police decided not to prosecute.
- Στην πράξη, το «μηνύσω» χρησιμοποιείται συχνά για να αποφευχθεί η βαρύτητα του «διώκω».