Πιθανότητα /piθanóˈtita/ Noun

English
possibility
العربية
إمكانية

Example

  • Η **δυνατότητα** (περιθώριο / ενδεχόμενο / προοπτική) χρεοκοπίας είναι υπαρκτή αν οι πωλήσεις δεν βελτιωθούν.
  • Bankruptcy is a real possibility if sales don't improve.
  • Εδώ τονίζεται η ρεαλιστική προοπτική.