δυσάρεστος /ðisˈa.res.tos/ Επίθετο

English
unpleasant
العربية
غير مريح

Example

  • Η αίθουσα είχε μια [δυσάρεστη / αποκρουστική / ενοχλητική] μυρωδιά.
  • The room had an unpleasant smell.
  • Η 'μυρωδιά' (οσμή) είναι συχνό πεδίο εφαρμογής.