εκπαιδευτής /ekpeðeˈftis/ NounEnglishinstructorالعربيةمُدَرِّبExampleΟ [ο εκπαιδευτής] του σκι με βοήθησε να ξαναβρώ την ισορροπία μου.The ski instructor helped me get back on my feet.Εδώ τονίζεται η πρακτική καθοδήγηση.