δυναμώνω /ðiˈna.mo/ Verb
- English
- strengthen
- العربية
- تعزيز
Example
- Η κυβέρνηση στοχεύει να [INLINE SYNONYMY: ενισχύει (ενισχύω / δυναμώνει / καθιστώ ισχυρότερο)] τους δεσμούς με τις γειτονικές χώρες.
- The government aims to strengthen ties with neighboring countries.
- Το 'ενισχύω' είναι η πιο επίσημη και συχνή επιλογή για σχέσεις και πολιτική.