Επαρκής /ikaˈnos/ Επαρκής

English
competent
العربية
كفؤ

Example

  • Είναι μια πολύ **επαρκής** διαχειρίστρια έργου. (Ικανή / Αξιόλογη / Σωστή)
  • She is a highly competent project manager.
  • Εδώ τονίζεται η επιτυχής ολοκλήρωση των καθηκόντων.