Πρόσκαιρος /proˈskaɪros/ Επίθετο
- English
- transient
- العربية
- زائل
Example
- Η εφήμερη φύση της φήμης είναι καλά τεκμηριωμένη. [Περαστικός / Στιγμιαίος / Πρόσκαιρος] — της φήμης.
- The transient nature of fame is well-documented.
- Εδώ το 'εφήμερος' ταιριάζει απόλυτα με το 'φύση' (nature).