επισκευάζω /epi.sceˈva.zo/ VerbEnglishrepairالعربيةإصلاحExampleΟ τεχνικός θα [επισκευάσει] (διορθώνει / φτιάχνει) το σπασμένο καλώδιο.He repaired the leaking pipe.Εδώ χρησιμοποιείται το αόριστο για την μελλοντική, ολοκληρωμένη ενέργεια.