διερευνώ /ði.e.reˈvno/ Ουσιαστικό

English
probe
العربية
استقصاء

Example

  • Σε εξέλιξη βρίσκεται η αστυνομική [διερεύνηση] των οικονομικών υποθέσεων της εταιρείας.
  • A police probe into the financial affairs of the company is underway.
  • Εδώ το «έρευνα» είναι το πιο φυσικό.