Εργαστήριο /ˈwɜːrkʃɒp/ Noun

English
workshop
العربية
ورشة عمل

Example

  • Η εταιρεία οργάνωσε ένα [Εργαστήριο] ηγεσίας για όλους τους διευθυντές.
  • The company organized a leadership workshop for all managers.
  • Εδώ το 'Εργαστήριο' καλύπτει την έννοια της πρακτικής άσκησης.