Εταιρεία /etɛˈri.a/ Noun
- English
- company
- العربية
- شركة
Example
- Ίδρυσε τη δική της τεχνολογική **εταιρεία** (κτίζοντας / δημιουργώντας / ιδρύοντας) πέρυσι.
- She started her own tech company last year.
- Η λέξη 'εταιρεία' είναι η πιο ουδέτερη για κάθε είδους επιχείρηση.