εθισμός /eθiˈzmos/ Noun

English
addiction
العربية
إدمان

Example

  • Ο [εθισμός] (προσκόλληση / εμμονή / εθιστική τάση) στην κοκαΐνη είναι σοβαρή ιατρική κατάσταση.
  • Cocaine addiction is a severe medical condition.
  • Το 'εθισμός' είναι ο πιο άμεσος όρος.