εβδομαδιαίος / κάθε εβδομάδα /evðomadiˈos/ Adjective
- English
- weekly
- العربية
- أسبوعي
Example
- Έχουμε μια εβδομαδιαία συνάντηση για να συζητήσουμε την πρόοδο. (Ποιητική Ελληνική: Εβδομαδιαία σύναξη / Εβδομαδιαία συνέλευση / Εβδομαδιαία σύναθροιση)
- We have a weekly meeting to discuss progress.
- Το 'εβδομαδιαία' εδώ λειτουργεί ως επιρρηματικός προσδιορισμός.