Εύρημα / Διαπίστωση (ως ουσιαστικό), Βρίσκω/Βρω (ως ρήμα) /ˈvri.sko/ (βρίσκω) Noun

English
finding
العربية
اكتشاف

Example

  • Τα **ευρήματα** της έρευνάς μας δείχνουν ότι οι έγκυες γυναίκες ωφελούνται από αυτή τη θεραπεία. (Η **διαπίστωση** / Η **αλήθεια** / Η **απόδειξη**)
  • Our research findings indicate that pregnant women benefit from this treatment.
  • Εδώ το «εύρημα» είναι ο όρος-κλειδί για επιστημονικά άρθρα.