Γρήγορα /ˈɣri.ɣo.ra/ Adjective

English
quick
العربية
سريع

Example

  • Έριξα μια [γρήγορη] ματιά στην αναφορά.
  • I took a quick look at the report.
  • Η λέξη 'ματιά' (look) ταιριάζει πολύ με το 'γρήγορη'.