Καμπυλωμένος /kambiˈlomenos/ Adjective

English
curved
العربية
مُقوَّس

Example

  • Η οθόνη έχει **καμπυλωμένη** επιφάνεια για καλύτερη εμβύθιση.
  • The monitor has a curved screen for better immersion.
  • Το 'καμπυλωμένος' είναι το πιο ουδέτερο και συχνό για τεχνολογία.