Κοιτάζω / Κοιτώ /ciˈtazo/ (αόριστος) / /ciˈto/ (οριστικός) Verb
- English
- look
- العربية
- نظر
Example
- Κοίταξε καλά και πες μου τι βλέπεις. (Ατενίζω / Παρατηρώ / Εξετάζω)
- Look closely and tell me what you see.
- Το 'Κοίταξε' είναι η προστακτική αορίστου, άμεση και δυναμική.