Εθιστικό / Κολλημένο /koˈli.o/ Επίθετο
- English
- sticky
- العربية
- لزج
Example
- Το παιδί είχε [κολλώδης: κολλώδη / κολλιέρη / κολλητική] δάχτυλα αφού έφαγε το γλειφιτζούρι.
- The child had sticky fingers after eating the lollipop.
- Η λέξη 'κολλώδης' είναι η πιο ουδέτερη και συχνή επιλογή.