λάμπα /'lamba/ NounEnglishlampالعربيةمصباحExampleΤοποθέτησε μια επιτραπέζια [λάμπα] δίπλα στο κομοδίνο.She placed a reading lamp on the bedside table.Η 'επιτραπέζια λάμπα' είναι η πιο κοινή ονομασία για το φωτιστικό γραφείου/κομοδίνου.