μαχαίρι /maˈxai̯ri/ Noun

English
knife
العربية
سكين

Example

  • Χρησιμοποίησε ένα κοφτερό [μαχαίρι] για να κόψεις τα λαχανικά.
  • She used a sharp knife to chop the vegetables.
  • Η λέξη 'μαχαίρι' είναι η πιο κοινή επιλογή.