μάσκα /ˈmaska/ Noun

English
mask
العربية
قناع

Example

  • Οι ληστές φορούσαν [καλύπτουν/προσωπίδες/προσωπείο] τύπου 'stocking'.
  • The robbers wore stocking masks.
  • Το 'προσωπείο' είναι πιο λογοτεχνικό για την απόκρυψη.