μηχανικός /mi.xa.niˈkos/ Noun
- English
- mechanic
- العربية
- ميكانيكي
Example
- Ο καλός ο μηχανικός (ο μάστορας / ο τεχνίτης / ο ειδικός) άλλαξε το χαλασμένο δυναμό.
- The mechanic replaced the faulty alternator.
- Το 'μάστορας' είναι πιο ζεστό και άμεσο για τον τεχνίτη.