μεσαίος /meˈse.os/ Adjective

English
middle
العربية
منتصف

Example

  • Είναι η [μέση] κόρη από τρία αδέρφια.
  • She is the middle child of three.
  • Το 'μέσος' εδώ είναι ουσιαστικοποιημένο επίθετο.