ιδιαίτερο /iˈðʲe.i.te.ro/ Adjective

English
unique
العربية
فريد

Example

  • Το δακτυλικό αποτύπωμα του καθενός είναι **μοναδικό**.
  • Everyone's fingerprints are unique.
  • Εδώ η έννοια είναι απόλυτη, δεν υπάρχει βαθμός.