Δικαιούχος /ðikaiˈuːxos/ Noun

English
beneficiary
العربية
مستفيد

Example

  • Ποιος θα είναι ο κύριος **ωφελούμενος** από τις φορολογικές ελαφρύνσεις;
  • Who will be the main beneficiary of the tax cuts?
  • Εδώ το 'ωφελούμενος' είναι πιο φυσικό από το 'δικαιούχος' σε συζήτηση.