στο εξωτερικό /sto eksoteˈriko/ Adjective
- English
- overseas
- العربية
- خارج البلاد
Example
- Η εταιρεία επεκτείνεται στις αλλοδαπές αγορές. [της αλλοδαπής / του εξωτερικού / υπερπόντιος] — Η χρήση του ουσιαστικού είναι πιο φυσική.
- The firm is expanding into overseas markets.
- Το «αλλοδαπές» είναι πιο κοινό από το «υπερπόντιες» σε επιχειρηματικό πλαίσιο.