παγκάκι /paŋˈka.ci/ Noun

English
bench
العربية
مقعد

Example

  • Μοιράστηκαν έναν [πάγκο] (παγκάλι / παγκάκι / κάθισμα) στον κήπο.
  • They shared a bench in the garden.
  • Το 'πάγκος' είναι το πιο ουδέτερο και συχνό.