παγκόσμιος /paɣˈkosmios/ Adjective

English
global
العربية
عالمي

Example

  • Φέτος η παγκόσμια οικονομία θα [χτίσει/χτίσει] περίπου 4 τοις εκατό.
  • This year the global economy will grow by about 4 per cent.
  • Εδώ χρησιμοποιούμε το 'παγκόσμια' για την οικονομία (θηλυκό).