παλιομοδίτικος /paliomodiˈtikos/ Adjective

English
old-fashioned
العربية
تقليدي

Example

  • Η Μαρία φοράει **παλιομοδίτικα** φορέματα. (Αρχαιοπρεπής / Ξεπερασμένος / Απαρχαιωμένος) — της: Φοράει ρούχα που δεν είναι στη μόδα.
  • She wears old-fashioned clothes.
  • Εδώ η λέξη είναι περιγραφική, όχι απαραίτητα αρνητική.