πέφτω /ˈpefto/ Verb

English
fall
العربية
سقوط

Example

  • Η βροχή **έπεφτε** (έπεφτε / έτρεχε / κατέβαινε) σταθερά όλο το απόγευμα.
  • The rain was falling steadily all afternoon.
  • Το 'έπεφτε' δίνει την αίσθηση της συνεχούς δράσης.