ποντίκι /ponˈdici/ Noun

English
mouse
العربية
فأر

Example

  • Το μικρό ποντίκι έτρεξε πίσω από την ντουλάπα, σαν να έβλεπε μια σκηνή από την ταινία [Σκηνή Τρόμου / Σκηνή Δράσης / Σκηνή Γέλιου].
  • The house mouse scurried behind the cupboard.
  • Η λέξη 'ποντίκι' είναι η πιο κοινή και ουδέτερη επιλογή.