πραγματικότητα /prɐɣmɐtikoˈtita/ Noun

English
reality
العربية
الواقع

Example

  • Αρνείται να αντιμετωπίσει την [πραγματικότητα] — την σκληρή αλήθεια / την υφή / την ουσία.
  • She refuses to face reality.
  • Το «σκληρή αλήθεια» είναι η πιο δυνατή έκφραση εδώ.