Προσανατολισμός /pro.sa.na.to.liˈzmos/ Noun
- English
- orientation
- العربية
- توجيه
Example
- Η εταιρεία έχει ισχυρό [προσανατολισμό] (κατεύθυνση/γραμμή) στην εξυπηρέτηση πελατών.
- The company has a strong customer-service orientation.
- Εδώ δηλώνει την κύρια φιλοσοφία λειτουργίας.