Προϋπολογισμός /pro.i.po.lo.ʝiˈzmos/ Noun
- English
- budget
- العربية
- ميزانية
Example
- Ο ετήσιος [προϋπολογισμός] του τμήματος είναι πενήντα χιλιάδες ευρώ.
- The annual budget for the department is $50,000.
- Εδώ το 'προϋπολογισμός' είναι ο επίσημος όρος για το ποσό.