σπινθήρας /spinˈθiras/ Ρήμα
- English
- spark
- العربية
- شرارة
Example
- Η νέα νομοθεσία [πυροδοτεί] (πυροδοτώ / εναρκτήριος / προκαλώ) ευρείες διαμαρτυρίες.
- The new law sparked widespread protests.
- Το 'πυροδοτώ' είναι το πιο δυναμικό για κοινωνικές αντιδράσεις.