Ράγα /ˈraʝa/ Noun

English
rail
العربية
سكة

Example

  • Ακούμπησε στο [INLINE SYNONYMY: κιγκλίδωμα (προστατευτικό / στηριχτικό / μεταλλικό)] του πλοίου και χάζευε τη θάλασσα.
  • She leaned on the ship's rail and gazed out to sea.
  • Η ράγα του πλοίου (gunwale/railing) είναι πάντα «κιγκλίδωμα» ή «κουπαστή».