σκι /ski/ Noun

English
skiing
العربية
التزلج على الجليد

Example

  • Του αρέσει πολύ το σκι [το σκι / η χιονοδρομία / το αλπικό σκι] και το ορεινό ποδήλατο.
  • He also enjoys skiing and mountain biking.
  • Το 'σκι' είναι η πιο κοινή λέξη.