Συλλέκτης /siˈleɡtis/ Noun
- English
- collector
- العربية
- مقتنٍ
Example
- Είναι παθιασμένος συλλέκτης (φιλοτελιστής / σπανίων δίσκων / αρχαίων νομισμάτων) βινυλίων εποχής.
- He is a passionate collector of vintage vinyl records.
- Συχνά χρησιμοποιούμε την ειδική λέξη (π.χ. φιλοτελιστής) αντί του γενικού όρου.