Συμμορφώνομαι /simforˈvonomɛ/ Verb
- English
- comply
- العربية
- امتثال
Example
- Η εταιρεία απέτυχε να [συμμορφωθεί με] τους κανονισμούς ασφαλείας. [Τηρώ/Ακολουθώ/Υπακούω] — Η εταιρεία απέτυχε να συμμορφωθεί με τους κανονισμούς ασφαλείας.
- The company failed to comply with safety regulations.
- Εδώ τονίζεται η νομική ή κανονιστική υποχρέωση.