παράξενος τύπος / σέρνομαι /kriːp/ Ρήμα
- English
- creep
- العربية
- مُريب
Example
- Σύρθηκα στις σκάλες, προσπαθώντας να μην ξυπνήσω τους γονείς μου. [σέρνομαι / γλιστρώ / προχωρώ αργά] — της: I crept up the stairs, trying not to wake my parents.
- I crept up the stairs, trying not to wake my parents.
- Εδώ τονίζεται η σωματική, αθόρυβη κίνηση.